φιλικό blog: limenika-nea.blogspot.gr"

Ονειρευόμαστε το ιδανικό, για να πετύχουμε το εφικτό!

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

  Συνεδρίαση Επιτροπής Αγώνα για τις αποφάσεις του ΣτΕ & τις κινητοποιήσεις της 81ης Δ.Ε.Θ.



Αθήνα, 23 Αυγούστου 2016
Αρ. Πρωτ.: 200/4/199

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η

Συνεδρίασε σήμερα η Επιτροπή Αγώνα των Ομοσπονδιών προκειμένου να προβεί σε αποτίμηση των αποτελεσμάτων των ενεργειών - πρωτοβουλιών γύρω από τις αποφάσεις της ολομέλειας του ΣτΕ που αφορούν το ειδικό μισθολόγιο των Σωμάτων Ασφαλείας και σειρά άλλων ζητημάτων και καθορίσει περαιτέρω την αγωνιστική της πορεία.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

  ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ : Συναδελφικές σχέσεις: από τον ανταγωνισμό στη συνεργασία

της Ψυχολόγου MSc Σημαιοφόρου Λ.Σ. Μαρίας Π. Κούκη
«Προϊστάμενε, και γιατί αυτός να πάρει μια μέρα ρεπώ παραπάνω και όχι κι εγώ;»

«Χθες που ζήτησα στο συνάδελφο βοήθεια μου παρίστανε τον κινέζο, κάτσε να δεις τι έχει να γίνει σήμερα που θα έχει την ανάγκη μου»

«Όταν ήρθα σ’ αυτό το γραφείο κανένας δε μου έμαθε τη δουλειά, σιγά μην κάτσω να εκπαιδεύσω αυτόν τον καινούργιο. Να ψάξει μόνος του όπως έκανα κι εγώ»

«Πρόλαβα και ζήτησα άδεια τις μέρες ακριβώς που ήθελα, πριν με προλάβει ο συνάδελφος που ήθελε τις ίδιες. Ας πρόσεχε κι ας πήγαινε πρώτος στο διευθυντή για υπογραφές»

Στη ρητορική ερώτηση «τι λειτουργεί καλύτερα, η συνεργασία ή ο ανταγωνισμός;» η απάντηση των περισσότερων, χωρίς αμφιβολία, θα ήταν «η συνεργασία». Η συνεργασία επηρεάζει τους ανθρώπους που δουλεύουν σε ομάδες με πολλούς τρόπους: δημιουργεί πιο σταθερές κι αυθεντικές εργασιακές σχέσεις, καθώς όλοι προτρέπονται να συμμετέχουν χωρίς το φόβο της κριτικής ή της απόρρριψης, μειώνει τα επίπεδα άγχους, ενισχύει τη σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία, την προσαρμοστικότητα και τη λειτουργικότητα. Επιπλέον, τα άτομα που υιοθετούν μια συνεργατική οπτική και στάση αισθάνονται περισσότερο ότι έχουν τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους και ότι η καλή τους διάθεση δεν εξαρτάται από τον έπαινο των άλλων. Όμως....

Όμως οι μεγάλες εταιρίες, το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και, οι περισσότερες οικογένειες συνεχίζουν να ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό, αγνοώντας σχεδόν τη δύναμη της συνεργασίας. Σα να υπάρχει μια σιωπηρή παραδοχή πως ο ανταγωνισμός (και όχι η συνεργασία) είναι η «βασιλική οδός» προς την επιτυχία. Έτσι, δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να έχουν αναπτύξει δεξιότητες συνεργασίας.

Σε προηγούμενα άρθρα έχει γίνει λόγος για τον τρόπο με τον οποίο ο διευθυντής μπορεί να επηρεάσει το κλίμα της ομάδας του και μεταξύ άλλων να ενθαρρύνει τη συνεργασία των εργαζομένων. Πέραν όμως από το τι κάνει (ή δεν κάνει) ο διευθυντής, υπάρχουν απλές τεχνικές που βοηθούν τον καθέναν από μας να βελτιώσει και να ενδυναμώσει τις επαγγελματικές σχέσεις με τους συναδέλφους στο γραφείο, δεδομένου ότι δυσκολίες στο χώρο εργασίας προκύπτουν συνεχώς. Ανεξάρτητα λοιπόν από τυχόν υπάρχοντα αρνητισμό στο χώρο εργασίας, αν ο καθένας αναλάβει προσωπικά την ευθύνη να διατηρήσει καλές κατά το δυνατόν συναδελφικές σχέσεις, μπορεί να επηρεάσει το γενικότερο εργασιακό κλίμα και συνεκδοχικά την εργασιακή του απόδοση, την ικανοποίηση που αντλεί από τη δουλειά του και την ευκολότερη επίλυση των καθημερινών προβλημάτων που προκύπτουν στο χώρο εργασίας.

Στο σκεπτικισμό «και γιατί να είμαι εγώ αυτός που θα πρέπει να φερθώ συνεργατικά;», αντί για θεωρίες, θα αντιτάξω την παρομοίωση της ομάδας εργασίας με μια μουσική μπάντα. Μπορεί κάθε μουσικό όργανο να παράγει άλλον ήχο, μπορεί ο κάθε μουσικός να εξαίρει το δικό του μουσικό όργανο έναντι των υπολοίπων, ωστόσο για να ξεκινήσει μια συναυλία χρειάζεται ένα τέμπο, ένας ρυθμός που θα δώσουν τα κρουστά και θ’ ακολουθήσουν όλα τα άλλα όργανα. Υπάρχουν και τα όργανα που σολάρουν, όμως μια συναυλία δε μπορεί να αποτελείται μόνο από σόλο. Επιπλέον, οι μουσικοί που σολάρουν στην περίπτωση κάποιου σφάλματος επωμίζονται όλο το κόστος, ενώ η μπάντα ολόκληρη έχει περισσότερες δυνατότητες να καλύψει ένα σφάλμα.

Ποιες στρατηγικές λοιπόν είναι αποτελεσματικές, προκειμένου μια δυσλειτουργία ή δυσκολία στις εργασιακές σχέσεις να μη μετατραπεί σε πρόβλημα; Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δεξιότητες που προωθούν τη συνεργασία είναι οι ίδιες για όλες τις σχέσεις, είτε πρόκειται για συνεργασία στα πλαίσια ενός μεγάλου οργανισμού, μιας αθλητικής ομάδας, μιας μικρής επιχείρησης ή μιας δυαδικής διαπροσωπικής σχέσης.

1.Σεβασμός και επαγγελματισμός
Ας είμαστε ρεαλιστές: πάντα θα υπάρχουν προβλήματα και διάθεση κριτικής όταν πολλοί άνθρωποι πρέπει να εργαστούν ομαδικά. Ωστόσο, όποιος πιστεύει στις δυνατότητες της συνεργασίας, εκλαμβάνει αυτές τις περιπτώσεις ως ευκαιρίες να μάθει και να εξασκήσει τη συνεργατικότητα. Το να κάνει κάποιος ό,τι καλύτερο μπορεί και το  να προσπαθεί να υπερτερήσει των άλλων είναι δυο διαφορετικές νοητικές διεργασίες. Δε μπορεί κανένας να ασχοληθεί και με τις δυο ταυτόχρονα. Δώστε έμφαση στο να κάνετε εσείς ό,τι καλύτερο μπορείτε, πράγμα που συνήθως έχει πιο θετικές συνέπειες απ’ το να αρχίσετε να ανταγωνίζεστε και να κριτικάρετε. Αν η κριτική μοιάζει αναπόφευκτη, προσπαθήστε η κριτική σας να σχετίζεται με το θέμα που έχει ανακύψει τώρα και όχι με θέματα του παρελθόντος. Συμπεριφερθείτε ευγενικά ακόμη και στις πιο έντονες περιστάσεις και ελέγξτε τον εαυτό σας ώστε να αποφύγετε τους χαρακτηρισμούς και τις βρισιές. Αντί να πάρετε προσωπικά ή και να ανταποδώσετε απειλές ή προσωπικές επιθέσεις, είναι πιο βοηθητικό να πείτε ξεκάθαρα ότι έχετε θυμώσει κι ότι προτιμάτε να συνεχίσετε τη συζήτηση όταν σας περάσει ο θυμός.

2.Ενεργητική ακρόαση
Μια από τις πιο σημαντικές ικανότητες που όμως θέλουν χρόνο και εξάσκηση για να καλλιεργηθούν, είναι να ακούτε προσεκτικά τον άλλο όταν μιλά. Ακούγοντας το συνάδελφο προσεκτικά, δείχνετε ειλικρινές και αυθεντικό ενδιαφέρον για εκείνον. Όταν ο συνάδελφος εισπράξει από εσάς ενδιαφέρον, αυξάνονται οι πιθανότητες να δείξει το αντίστοιχο ενδιαφέρον για τη δική σας τοποθέτηση.  Συχνά, η ενεργητική ακρόαση είναι το κλειδί για τη δέσμευση και την ευελιξία του συναδέλφου. Αντί λοιπόν να προετοιμάζετε την απάντησή σας ή να διακόπτετε τη ροή του λόγου του για να απαντήσετε σε κάθε του προβληματισμό, σιωπείστε και ακούστε με προσοχή τι θέλει, τι χρειάζεται, τι τον δυσκολεύει. Το μήνυμα που περνάτε εκείνη την ώρα στον συνάδελφό σας είναι ότι τον ακούτε προσεκτικά και με σεβασμό. Εντωμεταξύ, οι πιθανότητες να βρεθεί μια λύση, όταν έχετε κατανοήσει τις ανάγκες και την οπτική γωνία του άλλου, αυξάνονται κατά πολύ.

Στα πλαίσια του να αποφύγετε παρεξηγήσεις, χρειάζεται να κατανοήσετε την άποψη και την οπτική γωνία των άλλων. Αφού ακούσετε προσεκτικά το συνάδελφό σας, επαναλάβετε με δικά σας λόγια αυτό που σας είπε και ρωτήστε τον ακόλουθα αν καταλάβατε καλά αυτό που πραγματικά εννοεί. Αν οι πληροφορίες που έχετε μαζέψει δεν είναι αρκετές, κάντε διευκρινιστικές ερωτήσεις μέχρι να καταλάβετε.

3.Ενσυναίσθηση
Το να αναγνωρίστε τις σκέψεις, συναισθήματα και ανησυχίες του άλλου δε σημαίνει απαραίτητα ότι δέχεστε και τα επιχειρήματά του. Και μόνο το να πείτε στο συνάδελφο ότι καταλαβαίνετε ότι είναι θυμωμένος ή απογοητευμένος βοηθά στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης. Και μόνο το να πείτε ότι μολονότι εσείς βλέπετε αλλιώς τα πράγματα, αναγνωρίζετε ότι υπάρχει κι ο δικός του διαφορετικός τρόπος που αντιμετωπίζει τη κατάσταση, μπορεί να βοηθήσει στην εύρεση λύσεων και στην επίλυση των προβλημάτων.

4.Εστίαση στις λύσεις
Περισσότερο απ’ το να ασχολείστε με το αναλύετε ένα πρόβλημα, δώστε έμφαση στις πιθανές λύσεις. Πριν ξεκινήσετε μια κουβέντα με ένα συνάδελφο, είναι χρήσιμο να έχετε ξεκαθαρίσει μέσα σας τι πραγματικά θέλετε, τι συμβιβασμούς μπορείτε να δεχτείτε και τι λύσεις έχετε εσείς να προτείνετε.

5.Εντοπισμός πεδίων συμφωνίας
Σε μια περίπλοκη επαγγελματική σύγκρουση, είναι βοηθητικό να αρχίσετε πρώτα να επιλύετε τα ευκολότερα ζητήματα. Και ευκολότερα είναι τα θέματα στα οποία έχετε αρκετά κοινά σημεία και παρόμοιες θέσεις με το συνάδελφό σας. Ασχοληθείτε με τις δυσκολότερες αντιπαραθέσεις σε δεύτερο χρόνο. Επιπλέον, όσο απλοϊκό κι αν ακούγεται, το να χρησιμοποιείτε παρόμοια γλώσσα με το συνομιλητή σας δείχνει σε κείνον ότι ενδιαφέρεστε γι’ αυτό που λέει, ακόμα κι αν αυτό γίνεται στα πλαίσια μιας αντιπαράθεσης. Καθώς λοιπόν θέτετε ερωτήσεις, χρησιμοποιήστε τις ίδιες λέξεις που ο συνάδελφός σας διάλεξε για να εξηγήσει αρχικά τη θέση του.

6.Έκφραση συναισθημάτων
Λέξεις όπως «αισθάνομαι», «νομίζω», «νιώθω» κλπ, συχνά βοηθούν πολύ περισσότερο στην επίλυση συγκρούσεων από τις κατηγορίες ή την κριτική.

7.Παραδοχή λαθών
Είναι δύσκολο επειδή στις περισσότερες οικογένειες και στα περισσότερα σχολεία δεν μας το έμαθαν. Ωστόσο, όταν πραγματικά ξέρετε ότι έχετε κάνει λάθος, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό να το παραδεχθείτε. Παίρνοντας σα δεδομένο ότι κανείς δεν είναι τέλειος κι ότι όλοι κάνουν λάθη, μπορείτε να δείτε τα λάθη ως ένα δώρο της μάθησης. Αν βρείτε πρώτα εσείς τη δύναμη να παραδεχθείτε τα δικά σας λάθη, αυτό θα ενθαρρύνει τους συναδέλφους να φερθούν αντίστοιχα. Αντίστροφα, μην περιμένετε απ’ τους συναδέλφους σας να παραδεχτούν τα λάθη τους, αν εσείς δεν είστε έτοιμοι να αναγνωρίσετε τα δικά σας.

8.Δίνοντας χρόνο 
Η συνεργασία δε μπορεί να ευοδωθεί μέσα σε πιεστικές προθεσμίες και σε λιγοστό χρόνο. Η πίεση του χρόνου συνήθως παράγει ασυμφωνίες, πιο σκληρές διαπραγματεύσεις και μειωμένα επίπεδα ανταλλαγής πληροφοριών. Όταν παρουσιάζεται ένα πρόβλημα, δε χρειάζεται να βιαστείτε να το λύσετε σπασμωδικά, παρορμητικά και πρόωρα. Μιλήστε με το συνάδελφο, μαζέψτε τις πληροφορίες σας, κατανοήστε τη δική του θέση, αλλά ακόλουθα μπορείτε να δηλώσετε ότι χρειάζεστε χρόνο για να σκεφτείτε για το επόμενο βήμα ή για μια λύση και ότι μαζί θα πρέπει να βρείτε χρόνο για να ξαναμιλήσετε. Συνήθως, ο χειρισμός και η επίλυση μιας δυσκολίας ή αντιπαράθεσης δε γίνεται μία κι έξω. Η επίλυση προβλημάτων είναι μια διαδικασία σταδιακή που απαιτεί επανατοποθετήσεις και επαναπροσδιορισμούς. Αρκετές μάλιστα φορές, παρατηρούνται παλινδρομήσεις και οπισθοχωρήσεις πριν τα άτομα προχωρήσουν προοδευτικά στην εύρεση μιας λύσης αποδεκτής από όλους.

Σημασία έχει ο τρόπος: πόσα μυστικά μπορεί να κρύβονται στις λέξεις;   
Ο τρόπος που σκεφτόμαστε καθρεφτίζεται στον τρόπο που μιλάμε. Αυτή η διεργασία όμως λειτουργεί και αντίστροφα, σε σημείο που πολλές φορές κάποιες μικρές αλλαγές στον τρόπο που μιλάμε μπορούν να επιφέρουν τροποποιήσεις στον τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς και οι άλλοι.

Ας ξεκινήσουμε με τις λέξεις που συνήθως μπλοκάρουν την επικοινωνία και μειώνουν την προθυμία των συναδέλφων να συνεργαστούν μαζί μας. Λέξεις όπως «δε γίνεται», «πρέπει», «είναι ανάγκη», «γρήγορα», «τώρα», μεταφέρουν ικανοποιητική δόση έντασης και αρνητισμού, σε τέτοιο σημείο που σπανιότατα οι συνάδελφοι θα ανταποκριθούν στην επιθυμία μας να συνεργαστούν μαζί μας. 

Στον αντίποδα και στον άξονα της λαϊκής ρήσης «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο», παρουσιάζονται κάποιες, σχεδόν μαγικές, λέξεις και φράσεις, που αυξάνουν τις πιθανότητες να συνεργαστούμε με το συνάδελφο στην κατεύθυνση του να βρούμε μια κοινά αποδεκτή λύση, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το αρχικό κλίμα μιας συζήτησης είναι εκρηκτικό.

1.Το όνομα του συναδέλφου. Ακούγεται αστείο, αλλά τα ονόματα δε χρειάζονται μόνο για να φωνάζουμε τον άλλον στο δρόμο. Το να απευθυνθούμε στον άλλο με τ’ όνομά του συμβολικά υπονοεί ότι συνδεόμαστε με κάποιου τύπου σχέση –επαγγελματική εν προκειμένω. Επιπλέον, υπόγεια στέλνει το μήνυμα στο συνάδελφο ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη εκείνον και τη γνώμη του.

2.«Ευχαριστώ». Πέραν από τους συμβατικούς τρόπους ευγενείας, όταν ευχαριστώ το συνάδελφο ακόμη και για κάθε μικρή παροχή βοήθειας, του στέλνω το μήνυμα ότι αξιολογώ θετικά κάθε του μικρή κίνηση κι ότι σκοπεύω να κάνω το ίδιο και για κείνον.

3.«Μπράβο». Ο ειλικρινής, αυθόρμητος έπαινος, ακόμη και για τα πιο μικρά πράγματα, είναι κάτι για το οποίο διψούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Το να δώσετε ένα μπράβο με ζεστασιά, συχνά κάνει τους συναδέλφους πιο πρόθυμους να είναι ανοιχτοί στη συζήτηση και στην εξεύρεση λύσεων.

4.«Εάν». «Εάν θα ήθελες...», «εάν θα ήταν δυνατόν...». Η μικρή αυτή λεξούλα δείχνει στο συνάδελφο ότι δεν παίρνουμε τίποτα για δεδομένο, ότι πάντα έχουμε έναν μικρό δισταγμό και πάντα περιμένουμε τη δική του εκδήλωση καλής διάθεσης

5.Πληθυντικός αριθμός. Δίνει την αίσθηση της ομαδικής δουλειάς, ακόμη – εντυπωσιακά – και στις περιπτώσεις που δεν το πιστεύουμε εξαρχής. «Ας προσπαθήσουμε», «ας το συζητήσουμε», «θα το παλέψουμε».

6.«Μαζί». Μια μικρή λέξη με ιδιαίτερη ισχύ στις ιδιαίτερα δύσκολες αντιπαραθέσεις. Συντελεί στη μείωση της συναισθηματικής κούρασης και στην ενίσχυση του αισθήματος του ανήκειν σε μια επαγγελματική ομάδα.

7.«Επειδή». Υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που, μ’ όλη τη διάθεση συνεργασίας, δε μπορείτε να δεχθείτε κάποια πρόταση συναδέλφου. Σ’ αυτή την περίπτωση, το να εξηγήσετε μαλακά  και σταθερά τις αιτίες που θα αρνηθείτε, βοηθά στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών αντιδράσεων του άλλου.

Κι ένα τελευταίο μικρό tip. Οι άνθρωποι που υϊοθετούν μια συνεργατική οπτική και στάση σιωπηρά «κολλούν το μικρόβιο» και στους άλλους. Οι πράξεις πάντα φωνάζουν πιο εκκωφαντικά από τα λόγια. Κάθε φορά που βοηθάτε έναν συνάδελφο να αισθανθεί καλύτερα μέσω της συνεργατικής οπτικής, αυξάνετε τις πιθανότητες να είναι κι εκείνος συνεργατικός απέναντί σας. Οπότε μην περιμένετε πρώτα τους άλλους να εφαρμόσουν τις παραπάνω τεχνικές. Ας είστε εσείς οι πρωτοπόροι...

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ/Τ.21


Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

  ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ: «Ποινική, πειθαρχική και αστική ευθύνη των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.»

του Πλοιάρχου Λ.Σ. Τρύφωνα Χαρ.Κοροντζή
Εισαγωγή
Τα διοικητικά στελέχη του Κράτους και συγκεκριμένα οι στρατιωτικοί υπάλληλοι, φέρουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ποινική, πειθαρχική και αστική ευθύνη όπως και τα υπόλοιπα στελέχη της δημόσιας διοίκησης. Για παραβάσεις του ποινικού εν γένει νόμου, οι στρατιωτικοί υπάλληλοι δεν ευθύνονται μόνο όπως οι λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά η Πολιτεία λόγω της ιδιότητας που φέρουν (στρατιωτικοί) έχει θεσπίσει συγκεκριμένο ποινικό κώδικα, γνωστό και ως Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (Σ.Π.Κ.). Αυτό σημαίνει λαμβάνοντας υπόψη και τις κυρώσεις που θεσπίζει, ότι η διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τους στρατιωτικούς, αντιμετωπίζεται ιδιαιτέρως αυστηρά από την Πολιτεία. Επιπρόσθετα, οι ίδιοι υπάλληλοι δεν δωσιδικούν μόνο στα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια, αλλά και στα κοινά ποινικά δικαστήρια για  συγκεκριμένα μη στρατιωτικά αδικήματα.

Παράλληλα σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) όσο και ειδικών νόμων, ο στρατιωτικός υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημιά την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή από βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επίσης ευθύνεται για την αποζημίωση που κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Σημειώνεται ότι ο καταστατικός χάρτης της Χώρας προβλέπει ειδικό δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο το οποίο ασχολείται με την εκδίκαση απαιτήσεων δημοσίου δικαίου της Πολιτείας έναντι των υπαλλήλων της.  
Τέλος οι στρατιωτικοί υπάλληλοι υπέχουν και πειθαρχικές ευθύνες. Αυτές προσιδιάζουν στη στρατιωτική ιδιότητα την οποία φέρουν. Οι θεσμοί που αναφέρονται στις πειθαρχικές ευθύνες, συγκροτούν ένα ξεχωριστό κλάδο του δικαίου, που είναι γνωστό ως πειθαρχικό δίκαιο και το οποίο διέπεται από συγκεκριμένες διαδικασίες και  είδη επιβολής ποινών.         
Όλα τα παραπάνω θα εξεταστούν στην παρούσα συνοπτική μελέτη ως προς  την εφαρμογή τους, σε ένα στρατιωτικό συντεταγμένο Σώμα, το Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.) . Το τελευταίο παρόλο που ασκεί κύρια αστυνομικά καθήκοντα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αποτελεί στρατιωτικό Σώμα και τα στελέχη του φέρουν  την στρατιωτική ιδιότητα. 

1. Ποινική Ευθύνη
Οι στρατιωτικοί και κατ΄ επέκταση τα στελέχη του Λ.Σ. –ΕΛ.ΑΚΤ. διέπονται από τις διατάξεις του Σ.Π.Κ.. Τα στρατιωτικά εγκλήματα διακρίνονται από τα κοινά, γιατί προβλέπονται από τον Σ.Π.Κ. και επιβάλλονται γι αυτά συγκεκριμένες ποινές.   
Η ιδιομορφία των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., έγκειται στο ότι ως στρατιωτικοί αλλά και ως στελέχη που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα, υπάγονται κατά περίπτωση τόσο στα κοινά όσο και στα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια . Στον Σ.Π.Κ. ορίζονται οι ποινές, το είδος των στρατιωτικών εγκλημάτων, οι δικονομικές διατάξεις και η συγκρότηση των στρατιωτικών δικαστηρίων . 
Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Σ.Π.Κ., το προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. μπορεί να διαπράξει αδίκημα κοινό για όλους τους ιδιώτες ή ιδιώνυμου αδικήματος, όταν προϋποθέτει την ιδιότητα του στρατιωτικού υπαλλήλου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή επαυξάνεται η προβλεπόμενη ποινή,  εφόσον το αδίκημα διαπράχθηκε «ασκώντας την  υπηρεσία» ή επωφελήθηκε ο υπάλληλος από την «ιδιότητα του» . 

Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 193 του Σ.Π.Κ., στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, καθώς και οι αιχμάλωτοι πολέμου. Οι στρατιωτικοί δεν υπάγονται στα στρατιωτικά αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια για:
Α.-Μη στρατιωτικά εγκλήματα, που διαπράττουν κατά τη διάρκεια της άδειας, αργίας ή διαθεσιμότητας, όταν αυτές υπερβαίνουν τους τρεις μήνες ή κατά τη διάρκεια της λιποταξίας.
Β.-Πλημμελήματα και πταίσματα που διαπράττουν στο ακροατήριο οποιουδήποτε κοινού ποινικού δικαστηρίου, αν αυτά δικασθούν αμέσως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.).
Γ.-Παραβάσεις των νόμων για τη διεξαγωγή των δημόσιων εκλογών ή δημοψηφίσματος.
Δ.-Τα εγκλήματα της ναυταπάτης, πειρατείας και μονομαχίας, καθώς και τα εγκλήματα που τελούνται κατά τη διάρκεια της μονομαχίας.
Ε.-Παραβάσεις του τελωνειακού και δασικού κώδικα και των νόμων περί θήρας και αλιείας.
ΣΤ.-Παραβάσεις των φορολογικών νόμων και του αγορανομικού κώδικα με  εξαίρεση τις πράξεις του άρθρου 154 του Κώδικα αυτού.
Ζ.- Κακουργήματα και πλημμελήματα που με ειδικούς νόμους υπάγονται στα Εφετεία.
Η.-Εγκλήματα που διαπράττουν σε βάρος στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας, όταν τα στελέχη αυτά εκτελούν τα καθήκοντα τους ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτά.      

Τα εγκλήματα  τα σχετικά με την Υπηρεσία ρυθμίζονται στο ΚΕΦ. ΙΒ΄, άρθρο 235 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) .
Για την εισαγωγή των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε δίκη δεν απαιτείται καμία προηγούμενη άδεια.  Συγχρόνως με την επιβολή της ποινής, είναι δυνατή η απαγγελία πρόσκαιρης αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 263 του Π.Κ. . 

Οι Εισαγγελείς των Στρατιωτικών και των Τακτικών Ποινικών Δικαστηρίων, υποχρεούνται να γνωστοποιούν στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.(Δ.Π.) την άσκηση ποινικής δίωξης κατά στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. , ενώ υποχρεούνται να διαβιβάζουν αντίγραφο κάθε δικαστικής απόφασης, είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής  καθώς και κάθε αθωωτικό βούλευμα . 

Ο λιμενικός υπάλληλος απαλλάσσεται της ποινικής ευθύνης στην περίπτωση  της προσταγής  και συνεπεία αυτής, σε συμμόρφωση για εκπλήρωση του καθήκοντος της υπακοής στις διαταγές των ανωτέρων του, σύμφωνα με το άρθρο  53 παραγρ. 2 του Σ.Π.Κ.. 

Έτσι η πράξη δεν είναι άδικη για τον πράξαντα και τιμωρείται ως αυτουργός ο προστάξας εφόσον:
Α.- Η διαταγή δόθηκε κατά τους νόμιμους τύπους.
Β.- Από την αρμόδια αρχή. 
Γ.- Ο νόμος δεν επιτρέπει  στον διατασσόμενο να εξετάσει τη νομιμότητα της διαταγής (άρθρο 21 του Π.Κ.). Κατά την άποψη μου το θέμα της ανυπακοής σε διαταγές των ανωτέρων δε θα πρέπει να εξετάζεται μόνο στο πλαίσιο των διατάξεων του Σ.Π.Κ., αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι διατάξεις του Π.Κ.. 

Επίσης δεν υπέχει ποινική ευθύνη για συμμετοχή σε πράξεις εσχάτης προδοσίας (άρθρα 134 και 134 Α  του Π.Κ.), εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 134 Β΄ του Π.Κ..  
Στις γενικές διατάξεις του Π.Κ., θα πρέπει να προστεθούν η γενική ρήτρα του άρθρου 259 για την παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, η κατάχρηση εξουσίας κατά το άρθρο 239, τα βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά τα άρθρα 137Α – 137 Δ, η παραβίαση του οικιακού ασύλου κατά το άρθρο 241  και η έσχατη προδοσία κατά τα άρθρα 134-135.
Σημειώνεται ότι για τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που ασκούν  αστυνομικά καθήκοντα, η μη αποτροπή ορισμένου αποτελέσματος (έγκλημα που τελείται με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, διότι έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την έλευση του αποτελέσματος (άρθρο 15 Π.Κ.). Η υποχρέωση αυτή ισχύει για τα αστυνομικά στελέχη, διότι θεωρούνται και ορθά ως εγγυητές της ασφάλειας του έννομου αγαθού που προσβάλλεται από την έλευση του αποτελέσματος .
        
Επισημαίνεται ότι η κατάσταση ανάγκης δεν ισχύει ως προς τη διάσωση του προσώπου του αστυνομικού οργάνου, καθώς αυτό σύμφωνα με το άρθρο 25 παραγρ. 2 του Π.Κ. έχει καθήκον να εκτεθεί στον επαπειλούμενο κίνδυνο, δηλαδή εκείνον  που είναι συνυφασμένος με την εκτέλεση του νόμιμου καθήκοντος ή μπορεί να προκύψει λόγω της εκτέλεσης αυτού . Αντίθετα δεν ισχύει όταν το στέλεχος ενεργεί για να προστατεύσει τα αγαθά τρίτων προσώπων.

Πρέπει να επισημανθεί η γενική ρήτρα του αδίκου της πράξης των αστυνομικών στελεχών, εφόσον αυτή  σύμφωνα με το άρθρο 20 του Π.Κ. αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο.

Η αστυνομική εξουσία που  ασκούν τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. διέπεται με βάση την αρχή της νομιμότητας, από ορισμένες βασικές αρχές και κυρίως τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της επιείκειας.

Οι αρχές αυτές συνθέτουν αφενός τα όρια της αστυνομικής εξουσίας και αφετέρου την κλίμακα διαβάθμισης, ή αλλιώς της επιλογής των μέτρων που κάθε φορά αρμόζουν για να προληφθεί ή για να αποκατασταθεί η ορισμένη δημόσια τάξη κατά τρόπο έγκαιρο .    

Κατά συνέπεια η αστυνομική δράση είναι νόμιμη, μόνο όταν ενεργείται με τις  εξής προϋποθέσεις:
Α.- Όταν τηρούνται οι ρητές διατάξεις του νόμου με την ευρεία έννοια όλων των πηγών του δικαίου της δημόσιας τάξης .
Β.- Όταν τηρούνται οι αρχές που πρέπει να τη διέπουν . 
Γ.- Όταν χρησιμοποιήσει μόνο τα μέτρα τα οποία ρητά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα στη διοικητική αστυνόμευση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται οποιαδήποτε μέσα, αλλά μόνο εκείνα που προβλέπει ο νόμος. 
Δ.- Όταν τηρείται η κλίμακα επιλογής των μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και το περιεχόμενο των αρχών.
Επισημαίνεται, ότι οι αστυνομικές αρχές διευκολύνονται αλλά συνάμα και περιορίζονται, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης ρητά σε πλήθος νομοθετημάτων έχει καθορίσει την έννοια βασικών όρων όπως δημόσιος τόπος, τόπος δημόσιας διασκέδασης, τόπος ή κατάστημα για την εξυπηρέτηση του κοινού, όχημα , εκρηκτικές ύλες , οικία , συνδρομή  κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω όροι αλλά και άλλοι, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όπως έχουν ερμηνευθεί από τα δικαστήρια και τη νομική επιστήμη.
Ο έλεγχος της δράσης  των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., που ασκούν  αστυνομική εξουσία τόσο με την ευρεία όσο και με τη στενή έννοια του όρου, συμπίπτει με τον έλεγχο στον οποίο υπάγεται η διοικητική λειτουργία, δηλαδή στον πολιτικό ή κοινοβουλευτικό , στο διοικητικό ή εσωτερικό αυτοέλεγχο  και στο δικαστικό έλεγχο τόσο από τα διοικητικά όσο και από τα ποινικά δικαστήρια. 
Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί ο ρόλος του Διεθνούς και Υπερεθνικού ελέγχου που ασκείται τόσο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), όσο και ο ρόλος των Δικαστηρίων που προβλέπονται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).  
Ο εσωτερικός έλεγχος της διοικήσεως ή διοικητικός αυτοέλεγχος σε ότι αφορά το Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., διακρίνεται σε δύο κατηγορίες. Όταν ασκείται στο πλαίσιο της ιεραρχικής σχέσεως εντός της κρατικής διοικήσεως ή ενός δημόσιου οργανισμού καλείται ιεραρχικός έλεγχος. Ο νόμος σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπει ειδικά ελεγκτικά όργανα εκτός της ιεραρχικής σχέσεως που αποφασίζουν επί των λεγόμενων ενδικοφανών προσφυγών. 
Από την ιεραρχική σχέση μεταξύ προϊστάμενου και υφισταμένου προκύπτει η αρμοδιότητα του πρώτου να ελέγχει τον δεύτερο. Ο έλεγχος αυτός καλείται ιεραρχικός. Ο έλεγχος αυτός αφορά τη νομιμότητα της συμπεριφοράς (των πράξεων και παραλείψεων) του υφισταμένου (έλεγχος νομιμότητας). Ασκείται ακόμη και όταν οι κανόνες αρμοδιότητας δεν επιτρέπουν άλλη επέμβαση του προϊστάμενου οργάνου. Περιλαμβάνει τον έλεγχο νομιμότητας όλων των πηγών δικαίου σε οποιαδήποτε τιμή και αν περιλαμβάνονται. Ελέγχεται η τήρηση των ορίων διακριτικής ευχέρειας καθώς και η πληρότητα της αιτιολογίας.
Συνήθως ο ιεραρχικός έλεγχος εκτείνεται και στην εξέταση της σκοπιμότητας της πράξεως (έλεγχος σκοπιμότητας). Τότε αφορά τον τρόπο ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας. Δικαίωμα όμως υποκαταστάσεως του υφιστάμενου από το προϊστάμενο όργανο πρέπει να το προβλέπει ρητά ο νόμος.
Όταν ο έλεγχος ασκείται πριν από την έκδοση της πράξης λέγεται προληπτικός. Σε αυτόν υπάγεται προπάντων η αρμοδιότητα του προϊστάμενου οργάνου να εγκρίνει τις πράξεις του υφισταμένου. Όταν ο έλεγχος ασκείται μετά την έκδοση της πράξης λέγεται κατασταλτικός. Κατασταλτικός έλεγχος ασκείται συνήθως, όταν ο προληπτικός έλεγχος δεν έγινε ή ήταν ανεπαρκής. Ο νόμος ή οι εσωτερικοί κανονισμοί, προβλέπουν συχνά την κοινοποίηση της εκδοθείσας πράξης στο προϊστάμενο όργανο. Πολλές φορές ο νόμος προς εξαναγκασμό του κατασταλτικού ελέγχου προβλέπει διάφορες δυνατότητες προσφυγής του ιδιώτη. Ο κατασταλτικός έλεγχος γίνεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτη   .      

Όλοι οι ανωτέρω έλεγχοι στο Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πραγματοποιούνται από τα καθ΄ ύλην αρμόδια διοικητικά κλιμάκια, βάσει του νομοκανονιστικού πλαισίου, της ιεραρχίας που διακρίνει το Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και της σχέσης μεταξύ Επιτελικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών. Στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας βρίσκεται ο Υπουργός, ο Υφυπουργός, ο Γενικός Γραμματέας Ναυτιλίας και ο Αρχηγός του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.    

Ο Κοινοβουλευτικός έλεγχος σε ότι αφορά το Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πραγματοποιείται βάσει των διαδικασιών που προβλέπει ο κανονισμός της Βουλής, δηλαδή με αιτήσεις καταθέσεων εγγράφων , ερωτήσεις ή επίκαιρες ερωτήσεις  και αναφορές .  Και στις οποίες απαντά ο Υ.Ν.Α.. ή αυτός που κατά περίπτωση έχει οριστεί π.χ. Υφυπουργός .

Σε ότι αφορά το Δημοσιονομικό έλεγχο, αυτός κυρίως ασκείται προληπτικά και κατασταλτικά από το Ελεγκτικό Συνέδριο που είναι πρωτίστως και βάσει του Συντάγματος δικαστήριο . Ο δημοσιονομικός έλεγχος περιλαμβάνει τον έλεγχο  της διοικήσεως των δημοσίων εσόδων, εξόδων και κεφαλαίων, καθώς και του λογιστικού του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ασκείται από τον εκάστοτε υπουργό και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε ότι αφορά το Υ.Ν.Α.. και το Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ο Υπουργός με Υπουργικές  Αποφάσεις έχει μεταβιβάσει το δικαίωμα υπογραφής σε Διοικητικά και Οικονομικά θέματα με ΄΄εντολή υπουργού΄΄ σε κατώτερα κλιμάκια του Υ.Ν.Α.. 

Ο έλεγχος της αστυνομικής δράσης των οργάνων του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. από τις Δικαστικές Αρχές (Διοικητικά , Ποινικά Δικαστήρια), προϋποθέτει κύρια τον προσδιορισμό των ορίων μεταξύ της αρχής της νομιμότητας και της σκοπιμότητας.

Ειδικότερα :
Α.- Η έννοια της δημόσιας τάξης  σε όλες τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται νομικά, είναι έννοια αόριστη αλλά νομική . Αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο της είναι αξιολογικό μεν αλλά απαγορεύεται να υπερβεί το ισχύον σύστημα κανόνων δικαίου. 
Β.- Η αναγνώριση της έννοιας της δημόσιας τάξης ως νομικής, έχει ως συνέπεια τον έλεγχο της δικαστικά. Δηλαδή τα μέτρα αστυνόμευσης που λαμβάνονται σε κάθε περίπτωση, πρέπει να στηρίζονται σε γεγονότα που όντως απειλούν τη διατάραξη ορισμένης δημόσιας τάξης επειδή αποτελούν παράνομη συμπεριφορά προσώπων.
Γ.- Ο δικαστικός έλεγχος της αστυνομικής δράσης αρκετές φορές είναι δύσκολος  και ορισμένες φορές απαγορεύεται και από το νόμο.  Στις περιπτώσεις αυτές η αρχή της νομιμότητας κάμπτεται ενώπιον της αρχής της σκοπιμότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διάταξη βάσει της οποίας αναγνωρίζεται το απαράδεκτο της προσβολής με αίτηση ακύρωσης των διοικητικών πράξεων που ονομάζονται «πράξεις της Κυβέρνησης» διότι δεν υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας .  

Οι επί μέρους έννοιες που συνιστούν την έννοια της δημόσιας τάξης όπως δημόσια ειρήνη, εθνική ασφάλεια, δημόσια ασφάλεια, κίνδυνος, ανάγκη, επείγον κ.λπ , αποτελούν αόριστες αλλά νομικές έννοιες. Ειδικότερα οι όροι που βασικά στηρίζουν τις αστυνομικές επεμβάσεις  είναι οι όροι κίνδυνος, ανάγκη και επείγον. Συγκεκριμένα:
Α.- Ο κίνδυνος , σημαίνει ότι αναμένεται ή επέρχεται η επαπειλείται να επέλθει ένα γεγονός ζημιογόνο ή αλλιώς κίνδυνος σημαίνει την πιθανότητα να επέλθει ζημιά ή βλάβη. Διαφορετική είναι η περίπτωση της διακινδύνευσης που σημαίνει την ύπαρξη κατάστασης κινδύνου. 
Ο όρος κίνδυνος  έχει την έννοια του αναμενόμενου κακού. Η αποτροπή δηλαδή η πρόληψη του κακού δικαιολογεί την αστυνομική επέμβαση μόνο όταν ο κίνδυνος είναι άμεσος ή πιθανός. Πιθανός κατά το Σ (άρθρο 11 παραγρ. 2), είναι ο κίνδυνος όταν επίκειται. Αντίθετα η αστυνομική επέμβαση  δεν μπορεί να δικαιολογηθεί  όταν ο κίνδυνος  είναι ενδεχόμενος δηλαδή όταν είναι δυνατό να επέλθει.
Β.- Η ανάγκη σημαίνει την επιβαλλόμενη προσπάθεια  για την αποτροπή ή αποφυγή ή πρόληψη επερχόμενου κινδύνου . Η ανάγκη όμως μπορεί να σημαίνει και το αναγκαίο μέτρο, δηλαδή ότι κρίνεται σκόπιμο, απαραίτητο ή απλώς ωφέλιμο για την Αρχή. 

Η ανάγκη διακρίνεται σε ατομική και κοινή, σε συνηθισμένη ή τακτική και σε έκτακτη ή εξαιρετικά επείγουσα και μη .  
Ανάγκη να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη ή αλλιώς να ληφθεί ένα μέτρο ως αναγκαίο, συντρέχει όταν δεν υπάρχει κατά την κοινή πείρα και κοινή λογική παρά μόνο δεδομένη κάθε φορά επιλογή δράσης.

Εξάλλου η προσθήκη του επιθέτου «απόλυτη» ή του επιρρήματος απολύτως, έχει την έννοια ότι η εν λόγω  επιλογή δράσης είναι μοναδική κατά τρόπο αναμφισβήτητο.
Γ.- Το επείγον σημαίνει ότι συντρέχει επιτακτική ανάγκη που είναι απρόβλεπτη (αιφνίδια) για ορισμένη διοικητική ενέργεια ή παράλειψη. Η έννοια του επείγοντος στο Σύνταγμα και την κοινή νομοθεσία απαντάται με δύο τρόπους:
Α.- Άμεσα. Έτσι στο Σύνταγμα  γίνεται  λόγος για επείγουσα κοινωνική ανάγκη  (άρθρο 22 παραγρ. 3β΄) για «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη» (άρθρο 44 παραγρ. 1) και για επείγουσες ανάγκες» (άρθρο 48 παραγρ. 5).
Β.- Έμμεσα. Στο Σύνταγμα προβλέπεται η λήψη μέτρων περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας (άρθρο 5), η σύλληψη χωρίς ένταλμα όταν πρόκειται για αυτόφωρο έγκλημα (άρθρο 6 παραγρ. 1β΄), η κατάσχεση εφημερίδων όταν περιέχουν άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν τη δημόσια αιδώ  (άρθρο 14 παραγρ. 3δ΄) και η θέση σε εφαρμογή του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παραγρ. 1).
Στη νομοθεσία προβλέπεται επίσης ο τρόπος αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών (άρθρα 1 και 2 παραγρ. 5 Ν.Δ. 17/1974), η μεταφορά οχήματος που παρεμποδίζει την κυκλοφορία (άρθρο 34 Κ.Ο.Κ.)  κ.λπ..

Το επείγον σημαίνει την υπερέχουσα θέση των πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας, η οποία ενδέχεται να κάμπτεται προσωρινά και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διοικητικής δράσης. Χαρακτηριστικά η νομολογία του Σ.τ.Ε. δέχεται τη μη εφαρμογή του συνταγματικού δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης (άρθρο 20παραγρ. 2 Σ), όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος «επείγουσας ανάγκης» (ΣτΕ 2071/1975), ή «επείγοντα χαρακτήρα» (ΣτΕ 2250/1985, 571/1989) ή «κινδύνου από την αναβολή» (ΣτΕ 3853/1985, 5329/1987).   

Στις πιο πάνω περιπτώσεις, η αιτιολογία δύσκολα μπορεί να ελεγχθεί καθώς λόγω της δημοσιότητας της δίκης θα δημοσιεύονταν στοιχεία, τα οποία κατά την κρίση της κυβέρνησης θα προκαλούσαν διαταραχή στη ελληνική δημόσια τάξη.  

Η τήρηση της νομιμότητας από τα όργανα που ασκούν αστυνομική εξουσία, έχει ως σκοπό τη διαφύλαξη της αρχής της σκοπιμότητας, που σε κάθε ορισμένη μορφή έκφρασης της δημόσιας τάξης θεωρείται ότι είναι άξια προστασίας. Πάντως η υπεροχή της αρχής της σκοπιμότητας αποτελεί την εξαίρεση αλλιώς το κράτος θα μετατραπεί σε αστυνομικό.

Η νομιμότητα της αστυνομικής δράσης ελέγχεται τόσο από τα διοικητικά δικαστήρια  (έλεγχος ακυρωτικός των παράνομων διοικητικών πράξεων), όσο και από τα ποινικά δικαστήρια (ως παρεμπίπτων έλεγχος των παράνομων διοικητικών πράξεων) .

Τα δικαστήρια ελέγχουν την ουσιαστική εκτίμηση των διοικητικών στελεχών που ασκούν την αστυνομική εξουσία, εξετάζουν δηλαδή την αντικειμενική υπόσταση των λόγων που επικαλείται η Διοίκηση και στη συνέχεια την ορθή  η μη υπαγωγή τους στις αξιολογικές έννοιες του νόμου. Για το λόγο αυτό τα δικαστήρια απαιτούν τα πραγματικά γεγονότα να είναι υπαρκτά και συγκεκριμένα.
Επίσης ο δικαστικός έλεγχος είναι εφικτός μόνο όταν οι διοικητικές πράξεις αστυνόμευσης είναι πλήρως αιτιολογημένες . Η τελευταία επιβάλλεται κυρίως όταν είναι δυσμενείς για τους διοικούμενους.  Στοιχείο της αιτιολογίας είναι η ύπαρξη της πραγματικής βάσης δηλαδή των πραγματικών στοιχείων που θεμελιώνουν τον εξειδικευμένο αξιολογικό όρο «δημόσια τάξη» .

2. Πειθαρχική ευθύνη
Τα  στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. υπέχουν και πειθαρχικών ευθυνών . Αυτές προσιδιάζουν στην ιδιότητα τους ως στρατιωτικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση  σύμφωνα με το άρθρο 4 παραγρ. 1 του Ν. 3922/2011 (Α΄ 35) σε συνδυασμό με το άρθρο 129 του Ν. 3079/2002  (Α΄ 311) σε ότι αφορά την πειθαρχία τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εξομοιώνονται με τα στελέχη του Π.Ν.. 
Η πειθαρχική δίωξη των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και η παραπομπή τους ενώπιον των Ανακριτικών Συμβουλίων σύμφωνα με το άρθρο 106 του ιδίου νόμου, ασκείται από τον Υπουργό  Ναυτιλίας και Αιγαίου όπως ειδικότερα προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 106 του Ν. 3079/2002 (Α΄ 311). Με την αριθ. 5221.1/2/04 Απόφαση του «Μεταβίβαση του δικαιώματος υπογραφής «με εντολή Υπουργού» στα κατώτερα κλιμάκια ΥΕΝ» (Β΄  1342/31-08-2004), έχει μεταβιβαστεί το δικαίωμα αυτό στον Αρχηγό, στον Προιστάμενο του Α΄ Κλάδου (Διοίκησης, Οργάνωσης και Εκπαίδευσης)  και στο Διευθυντή Προσωπικού του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
  
Σημειώνεται ότι καθώς το Π.Δ. που προβλέπεται στην παραγρ. 3 του άρθρου 106 του Ν. 3079/2002 που θα καθόριζε την πειθαρχική δικαιοδοσία, τις πειθαρχικές παραβάσεις και την παραγραφή τους, τα είδη των επιβαλλόμενων ποινών στο προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., εκτός των καταστατικών ποινών, τη διαδικασία επιβολής, τον τρόπο έκτισης, την υποβολή παραπόνων και αναφορών κ.λπ., δεν έχει εκδοθεί, εφαρμόζονται για το προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. οι διατάξεις του Π.Δ. 210/1993 (Α΄89), «Διατάξεις του Πολεμικού Ναυτικού» όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με το Π.Δ. 80/98 (Α΄74). Στο άρθρο 73 του Ν. 30979/2002 ορίζονται και οι πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται για το προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και διακρίνονται σε συνήθεις  (επίπληξη, περιορισμός, φυλάκιση) και καταστατικές (καταστατικές πειθαρχικές ποινές είναι αυτές που μεταβάλλουν την κατάσταση του στρατιωτικού ή επιφέρουν στέρηση του βαθμού και της ιδιότητας του αυτής).     
  
Στο άρθρο 73 του Ν 3079/2002 ορίζονται τα σχετικά με την πειθαρχική δίωξη που ισχύουν για τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.. Ειδικότερα στις παραγράφους 4,5 ο νομοθέτης έχει  ορίσει ότι:

[4.«Η ποινική δίωξη δεν κωλύει την πειθαρχική δίωξη. Η ποινική δίκη δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επιβολή πειθαρχικής ποινής, καθώς και η οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή η κήρυξη της ως απαράδεκτης, δεν κωλύει την επιβολή της πειθαρχικής ποινής. Σε περίπτωση αμνηστίας, αποκατάστασης, απονομής χάριτος ή με οποιονδήποτε τρόπο άρσης του αξιόποινου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης,  δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
5. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεση τους, με εξαίρεση τα παραπτώματα των υποπαραγράφων 1 (α), 1 (β) και 1 η) του άρθρου 99, τα οποία δεν παραγράφονται. 

6. Πειθαρχική δίωξη για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα δεν επιτρέπεται».] 
Το Π.Δ. 210/1993  περιέχει διατάξεις «ουσιαστικού δικαίου» όπως π.χ. η θέσπιση των πειθαρχικών αδικημάτων  αλλά και διατάξεις διαδικαστικές όπως η διαδικασία που τηρείται ως προς την υποβολή αναφορών και αναφορών παραπόνων . Σε ότι αφορά τα  Ανακριτικά Συμβούλια του Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., είναι πολυμελή διοικητικά όργανα στα οποία παραπέμπονται – εγκαλούνται στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., προκειμένου να γνωμοδοτήσουν στο ερώτημα για την επιβολή η μη καταστατικής ποινής [Π.Δ. 187/2004 (Α΄164)].

Δεν αποκλείεται σε ειδικές περιπτώσεις, στηριζόμενες σε ειδικές διατάξεις νόμων, να ασκείται πειθαρχική αγωγή και να προκαλείται η πειθαρχική δίωξη από κρατικό λειτουργό εκτός της ιεραρχίας, όπως από πρόεδρο διοικητικού δικαστηρίου.

Οι πιο πάνω θεσμοί οι διαδικαστικοί δεν είναι δικονομικοί, επειδή δεν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων. Η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας του κράτους επί των οργάνων του αποτελεί άσκηση ενεργού διοικήσεως και όχι δικαιοδοσίας. Η όλη δράση ανάγεται στη διοικητική λειτουργία της Πολιτείας όπως και άλλες σχετιζόμενες προς την υπηρεσιακή των υπαλλήλων κατάσταση κρατικές ενέργειες (αποσπάσεις, μεταθέσεις, διαθεσιμότητες κ.λπ.).

Επειδή αυτή η κρατική ενέργεια αποτελεί καθαρά διοικητική λειτουργία, γι αυτό και επιτρέπεται από το Σύνταγμα η επιβολή από διοικητικές αρχές πειθαρχικών ποινών. Στις πειθαρχικές ποινές δεν εμποδίζεται ο νομοθέτης να θεσπίσει και με αναδρομική ισχύ πειθαρχικές ποινές , πράγμα που στο ποινικό δίκαιο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Η καθιέρωση πειθαρχικών ποινών στους στρατιωτικούς όπως και στους δημοσίους υπαλλήλους, γίνεται για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και αποσκοπεί στην τήρηση της ευταξίας στις δημόσιες υπηρεσίες .    
Για την ακύρωση πειθαρχικών ποινών ακολουθείται η διαδικασία υποβολής αίτησης ακύρωσης  στα αρμόδια Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παραγρ. 1 του Ν. 702/1997 (Α΄ 268), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 παραγρ. 1 του Ν. 2721/1999 και άρθρο 1 του Ν. 2944/2001. Κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου ασκείται έφεση ενώπιον του ΣτΕ (άρθρο 3 του Ν. 2944/2001).
  
3. Αστική Ευθύνη  
Το σύστημα της απέναντι των τρίτων αστικής ευθύνης του κράτους και των Ν.Π.Δ.Δ. από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων αυτών, καθώς και η αστική ευθύνη των τελευταίων  ρυθμίζονται σήμερα  από τα άρθρα 104-106  του ΕισΝΑΚ και το άρθρο 38 του Υπ.Κ. .
Ειδικότερα κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ  «για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων  του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών».
Η βασική αυτή διάταξη ρυθμίζει την ευθύνη του κράτους από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των στελεχών αυτού κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σε αυτά δημόσιας εξουσίας. Ήτοι, από ενέργειες του στελέχους αναγόμενες σε σχέσεις του δημοσίου δικαίου. Και ορίζει ότι στις περιπτώσεις αυτές ευθύνη έχει το κράτος ή το οικείο Ν.Π.Δ.Δ., εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως χάριν του  γενικού συμφέροντος. Μαζί με το κράτος όμως ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο στέλεχος.
Τα πιο πάνω κείμενα συμπληρώνονται και με το άρθρο 46 του Π.Δ. 774/1980  στο οποίο ορίζεται ότι «ασχέτως προς την κατά το άρθρο 25 ευθύνη των δημοσίων υπολόγων, πας δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται δια πάσαν εκ δόλου ή αμέλειας επελθούσας εις το δημόσιο θετικήν ζημιάν» .      
Όπως ήδη έχει αναφερθεί στους στρατιωτικούς υπαλλήλους ανήκουν και τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. .
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω  Κώδικα «Οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα Κώδικα».    
Τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εκτός από την ποινική και πειθαρχική ευθύνη που φέρουν έχουν και αστική ευθύνη . Όταν από την πράξη η οποία συνέβη κατά παράβαση του νόμου ή παραλειψή του, προκληθεί ζημιά στον διοικούμενο  το Δημόσιο υποχρεούται  σε καταβολή αποζημίωσης μετά την άσκηση σχετικής αγωγής και την επιδίκαση αυτής. Σύμφωνα με το Ν.Δ. 2998/1954 (Α΄ 210), «Περί επεκτάσεως των ισχυουσών διατάξεων του δημοσιουπαλληλικού κώδικος περί αστικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων, εις τους στρατιωτικούς εν γένει και εις τους ανήκοντας εις τα σώματα ασφαλείας και το Λιμενικό Σώμα», οι διατάξεις του Ν. 1811/1951  που αναφέρονται στην αστική ευθύνη των δημοσίων  πολιτικών υπαλλήλων, επεκτείνονται και ευρίσκουν εφαρμογή και στους στρατιωτικούς και στους ανήκοντες στα Σώματα ασφαλείας και στο Λιμενικό Σώμα (νυν Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.).     
Σχετική για το θέμα είναι και η αριθ. 460/1973 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝσΚ) προς το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Συγκεκριμένα  στο ερώτημα ποιες διατάξεις ισχύουν για τον καταλογισμό αστικής ευθύνης σε βάρος οργάνων του Λ.Σ., το ΝσΚ γνωμοδότησε ότι οι διατάξεις του Ν.Δ. 2998/1954 διέπουν και τους ανήκοντες στο Λ.Σ..
Επίσης σύμφωνα με το Π.Δ. 774/1980 (Α΄ 189), «περί Οργανισμού Ελεγκτικού Συνεδρίου» , στο άρθρο 46 παραγρ. 4 ορίζεται ότι οι ανήκοντες στο Λιμενικό Σώμα, ευθύνονται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημιά που προξένησαν σε αυτό από δόλο ή βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ως και για τις  αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο έναντι τρίτων λόγω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων αυτών που έγιναν από δόλο ή βαριά αμέλεια. Κατά την παραγρ. 6 του ιδίου άρθρου το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται σε μόνη την περίπτωση της ευθύνης εξ΄ αμελείας και ανάλογα με τις περιστάσεις να καταλογίσει στον υπάλληλο μέρος μόνο από τη ζημιά που υπέστη το δημόσιο και μέρος από την αποζημίωση στην οποία αυτό υποβλήθηκε.
    
Συμπεράσματα
Σκοπός της παρούσας συνοπτικής μελέτης ήταν η περιγραφή και κριτική ανάλυση των διατάξεων που αναφέρονται  στην ποινική, πειθαρχική και αστική ευθύνη στρατιωτικών στελεχών και ειδικότερα των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ειδικότερα πραγματοποιήθηκε συνοπτική  ανάλυση για τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., τα οποία διέπονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τόσο από τις διατάξεις του Σ.Π.Κ.,                    τις διατάξεις του Κ.Π.Δ. και του Π.Κ..Συνακόλουθα λαμβάνοντας υπόψη το ανωτέρω νομικό πλαίσιο αναλύθηκε το νομικό πλαίσιο που καθορίζει την πειθαρχική και αστική ευθύνη των συγκεκριμένων στελεχών. 
Από την ανάλυση προέκυψαν τα εξής:
1.- Κατά την άποψη μου δεν πρέπει τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τα οποία ασκούν κύρια αστυνομικές δραστηριότητες να διέπονται από τις διατάξεις του Σ.Π.Κ.. Η εφαρμογή του τελευταίου σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων είναι κατανοητή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με ένα Σώμα που οι αρμοδιότητες του είναι  κύρια αστυνομικές.
2.- Δεν υπάρχει ξεχωριστό πειθαρχικό δίκαιο για τα στελέχη του, καθώς ενώ υπάρχει διάταξη στον Ν. 3079/2002 (άρθρο 106 παραγρ. 3) που παρέχει την εξουσιοδότηση για την έκδοση Π.Δ. που θα ρυθμίζει συνολικά τα θέματα του πειθαρχικού δικαίου, η διοίκηση μέχρι στιγμής δεν έχει προβεί σε εκδοσή του. Σύμφωνα όμως με διάταξη του Ν 3079/2002 (άρθρο 129) εφαρμόζεται στα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. - όπως ήδη αναφέρθηκε -  το πειθαρχικό δίκαιο του Π.Ν. (Π.Δ. 210/93 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει). Σημειώνεται ότι στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι «Το Λιμενικό Σώμα είναι στρατιωτικά Σώμα και το προσωπικό αυτού διέπεται από τις κάθε φορά ισχύουσες  διατάξεις για τους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές και Υπαξιωματικούς του πολεμικού Ναυτικού.............εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού». Όπως ήδη αναφέρθηκε με βάση το άρθρο 106 παραγρ. 3 του ιδίου νόμου, η παροχή εξουσιοδότησης για έκδοση Π.Δ. που θα ρυθμίζει ζητήματα πειθαρχικού δικαίου των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., σημαίνει ότι ήδη ο νομοθέτης έχει ορίσει διαφορετικά το θέμα αυτό. 
Η εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τα στελέχη του Π.Ν., στελέχη θεσμού με ρόλο και αποστολή διαφορετικό από αυτόν του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., δεν εξυπηρετεί απολύτως τίποτα, καθώς από μελέτη των οικείων σχετικών διατάξεων, προκύπτει σαφέστατα  διαφορετική φιλοσοφία από αυτή που κρίνεται απαραίτητη για στελέχη Σώματος ασφαλείας που εφαρμόζουν αρμοδιότητες αστυνομικής φύσεως.
3.- Τέλος εκτιμώ ότι οι  νομικές διατάξεις για την αστική ευθύνη των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. είναι σωστές, ανταποκρίνονται στο ρόλο και την αποστολή των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και στη φιλοσοφία ενός κράτους δικαίου.    


        
Βιβλιογραφία
Αλιβιζάτος Ν., Το νομικό καθεστώς των Σωμάτων Ασφαλείας, ΝοΒ, 1983, σ. 622-624. 
Αναγνωστόπουλος Η., Βαθιώτης Κ.,  Ποινικός Κώδικας, Π. Σάκκουλας, Αθήνα, 1999, σ. 113 κ.ε.. 
Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2004, σ. 563-599. 
Δεληκοστώπουλος Στέφανος, Ερμηνεία κώδικα διοικητικής δικονομίας: άρθρα 1-230 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν 3659/2008, ΄΄Δίκαιο και Οικονομία΄΄, Π. Σάκκουλα, Αθήνα, 2008. 
Κονταξής Α., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Π.Σάκκουλα, Αθήνα, 1992, σ. 221-224.
Κοροντζή Τρύφωνα, Πειθαρχία, υποχρεώσεις, περιορισμοί και δικαιώματα εργαζομένων στο χώρο της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, περιοδικό Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων, τεύχος 55.
Κόρσος Δ., Διοικητικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Τρίτη έκδοση, Αθήνα – Κομοτηνή, Αντ. Σάκκουλα, 2005
Μαθιουδάκης Ι., Η αστική ευθύνη του κράτους από υλικές ενέργειες των Οργάνων του κατά τα άρθρα 105-6 ΕισΝΑΚ, Θεσσαλονίκη, Ανιόν, 2006, σ. 160 κ.ε.. 
Μούση Ν., Ευρωπαϊκή Ένωση, δίκαιο, οικονομία, πολιτική, 9η αναθεωρημένη έκδοση, Παπαζήση, Αθήνα, 2001, σ. 43-45  
Παναγοπούλου Μαρία – Ελένη, Οι προσφυγές κατά πράξεων της Διοίκησης ενώπιον των Διοικητικών Αρχών, Α. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2000, 
Παπαγιάννης Δ., Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Α. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή,1999, σ. 85 – 96 και 141 κ.ε., 
Παπαιωάννου Ζ., Αστυνομικό δίκαιο, η λειτουργική αρμοδιότητα του αστυνομικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, έννοια, περιεχόμενο, όρια, Σάκκουλα, Β΄ έκδοση, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2006
Παπαχατζής Γ., Σύστημα του ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, έκδοση έβδομη, Αθήνα, 1991, σ. 468.
Ραφτόπουλος Π., Μαθήματα Ποινικής Δικονομίας, Αθήνα 2004, σ. 269 κ.ε.. 
Ρέμελης Κ., Οι άτυπες διοικητικές προσφυγές (Συνταγματική θεμελίωση, προϋποθέσεις άσκησης, έκταση ελέγχου, Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987, σ. 89 κ.ε., 
Ρούκουνας Ε., Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1995, σ. 101 κ.ε..
Σπυριδάκης Ι., Αστικός Κώδικας και Εισαγωγικός Νόμος, κριτική έκδοση, Αθήνα – Κομοτηνή, Α. Σάκκουλα, 1998, σ. 586.
Τάχος Α., Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1990
Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 12η έκδοση, Αθήνα – Κομοτηνή, Α. Σάκκουλα.

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ/Τ.17

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

  ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ: H ενίσχυση της δημόσιας εικόνας του Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ και η ενημέρωση των πολιτών ως αρωγός στην αποτελεσματική δράση του -Πρόγραμμα καλλιέργειας στενών δεσμών με τους πολίτες.


Του Πλωτάρχη Λ.Σ ΜΑΚΡΗ Γιώργου, μέλους Δ.Σ. Υπεύθυνου Επικοινωνίας ΠΕΑΛΣ

H ενίσχυση της δημόσιας εικόνας του Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ και η ενημέρωση των πολιτών ως αρωγός στην αποτελεσματική δράση του -Πρόγραμμα καλλιέργειας στενών δεσμών με τους πολίτες.

1.Το πρόγραμμα καλλιέργειας στενών δεσμών Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ και πολιτών

Ένα άρτια σχεδιασμένο και βιώσιμο πρόγραμμα καλλιέργειας στενών δεσμών μεταξύ του Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ και του κοινού θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο και βοηθητικό στην επιτυχημένη δράση του πρώτου. Για παράδειγμα, η αποτελεσματική εκπαίδευση- ενημέρωση των πολιτών για τους κινδύνους που ενέχει η κάθε λογής δραστηριότητα στη θάλασσα, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των περιστατικών έρευνας και διάσωσης, ως βασικής αρμοδιότητας του Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ, και των θανάτων που προκαλούνται κυρίως από εκείνους που ''υπερβάλλουν εαυτόν'', μη τηρώντας τους βασικούς κανόνες ασφαλείας.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

  ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΗΣ: ΠΡΩΤΑ Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ- ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΙ ΑΜΕΣΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΚΤΙΡΙΟΥ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ- ΕΦΑΡΜΟΓΗ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


Εισαγωγή
Στην κινεζική γλώσσα η λέξη ''κρίση'' γράφεται με δύο χαρακτήρες. Ο ένας ερμηνεύεται ως ''κίνδυνος'' και ο άλλος ως ''ευκαιρία''. Συνεπώς θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι μια κρίση σημαίνει καταρχήν κίνδυνο, αλλά παράλληλα μας παρέχει την ευκαιρία να βγούμε από αυτήν και γιατί όχι να την ξεπεράσουμε με τις λιγότερες δυνατές απώλειες...αν βέβαια είμαστε διατεθειμένοι να δράσουμε.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

  ΠΕΑΛΣ: ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΤΝ/ΒΟΕΑ Αυτές είναι οι σημαντικότερες αλλαγές που επιφέρει η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση για τους μετόχους και μερισματούχους του ΜΤΝ

Αριθμ. Πρωτ.: Φ.200/Ε/113/16

Ενημερώνουμε τα στελέχη Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής οτι με κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 2406 Β/04-08-2016) τροποποιήθηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση (αριθμ. 871.1/27 από 11 Ιαν 1985 (ΦΕΚ 359 Β΄/31.5.1985) "περί Βοηθήματος δημιουργίας οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας στα παιδιά των ενεργών μετόχων και μερισματούχων του Μ.Τ.Ν."

Οι σημαντικότερες αλλαγές που επέρχονται για τους μετόχους και μερισματούχους του ΜΤΝ/ΒΟΕΑ με τη νέα Απόφαση (Αριθμ. Φ.951.1/18/2015) αφορούν στο δικαίωμα εγγραφής, στο ποσοστό μηνιαίων κρατήσεων και στην ηλικιακή κλίμακα, ως ακολούθως: